Δεκάδες κυβερνητικοί φορείς, οι ένοπλες δυνάμεις και ακόμη και η ρυθμιστική αρχή τυχερών παιχνιδιών θα έχουν τη νόμιμη δυνατότητα να χρησιμοποιούν παιδιά ως κατασκόπους/πληροφοριοδοτες ακόμη και εναντίον των ίδιων των γονέων τους.
Η αστυνομία και οι υπηρεσίες ασφαλείας είναι μεταξύ εκείνων που θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν νεαρά άτομα κάτω των 18 ετών ως μυστικές πηγές πληροφοριών για πολίτες (CHIS) υπό «εξαιρετικές περιστάσεις» σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα.
Αλλά οι οδηγιες για το νομοσχέδιο μυστικών πληροφοριών, που περνά αυτήν την περίοδο από τη βουλή , αναφέρουν και άλλους δημόσιους φορείς που θα έχουν τη δυνατότητα να απασχολούν νεαρά ανήλικα άτομα ως μυστικούς πράκτορες.
Εκτός από την αστυνομία, την MI5, την MI6 και την Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος, περιλαμβάνουν την Επιτροπή Τυχερών Παιχνιδιών, τα νομαρχιακά και περιφερειακά συμβούλια, την Υπηρεσία Περιβάλλοντος και την Υπηρεσία Προτύπων Τροφίμων.
Το προσχέδιο νόμου, το οποίο έχει δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, απαγορεύει τη χρήση ατόμων κάτω των 16 ετών για πληροφορίες σχετικά με τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους.
Αλλά επιτρέπει τη χρήση εφήβων ανω των 16 για πληροφορίες ενάντια στην οικογένειά τους σε ειδικές περιπτώσεις.
«Σε άλλες περιπτώσεις, οι άδειες παρακολούθησης και ενημέρωσης των αρχών δεν θα πρέπει να χορηγούνται εκτός εάν πληρούνται οι ειδικές διατάξεις που περιέχονται στο διάταγμα για τους ανηλίκους», σημειώνεται στο προσχέδιο.
«Ένα παιδί κατάσκοπος ηλικίας 16 ή 17 ετών θα πρέπει να χρησιμοποιείται  για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων κατά των γονέων του ή οποιουδήποτε προσώπου που έχει τη γονική μέριμνα γι’ αυτό μόνον εφόσον έχει ληφθεί προσεκτικά υπόψη κατά πόσον η άδεια δικαιολογείται υπό το πρίσμα του γεγονότος αυτού. Στις περιπτώσεις αυτές, το σκεπτικό πρέπει να τεκμηριώνεται από τη δημόσια αρχή.»
Η Άννα Λόνγκφιλντ, επίτροπος για τα παιδιά, ζήτησε να απαγορευτεί η χρήση παιδιών ως κατασκόπους.
«Δεν έχω πεισθεί ακόμη, ότι υπάρχει κατάλληλη κατάσταση, στην οποία ένα παιδί θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως κατάσκοπος», είπε στην Telegraph.
«Η πρακτική αυτή δεν είναι προς το συμφέρον του παιδιού.»
Εκτός από την αστυνομία, Μ15, MI6 και την Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος, ο κατάλογος των υπηρεσιών που θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν παιδιά ως κατασκόπους, περιλαμβάνει την Επιτροπή Τυχερών Παιχνιδιών, νομαρχιακά και περιφερειακά συμβούλια, την Υπηρεσία Περιβάλλοντος και την Υπηρεσία Προτύπων Τροφίμων.
Το νομοσχέδιο έχει ήδη προκαλέσει έντονες επικρίσεις καθώς περνά από το Κοινοβούλιο. Τον Οκτώβριο ο υπουργός Ασφαλείας James Brokenshire αναγκάστηκε να επιβεβαιώσει ότι οι ανήλικοι μυστικοί πράκτορες δεν θα λάβουν «άδεια να σκοτώνουν».
Αρκετοί βουλευτές εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του νομοσχεδίου και την απροθυμία της κυβέρνησης να καθορίσει έναν κατάλογο των ορίων στη νομοθεσία, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των μυστικών πρακτόρων από τη δίωξη εάν αναγκαστούν να παραβούν το νόμο, κατά τις επιχειρήσεις τους.
Ο υπουργός διαβεβαίωσε το Σώμα στη Βουλή ότι οι εξουσίες του νομοσχεδίου λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις διατάξεις του νόμου για τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως και το δικαίωμα στη ζωή, την απαγόρευση των βασανιστηρίων και την απαγόρευση της υποβολής κάποιου σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση.
Σήμερα είπε: «Οι μυστικοί ανήλικοι πράκτορες χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια και μόνο όταν έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή και περισκεψη στην ασφάλεια και ευημερία του ανηλίκου.
«Μπορεί να χρειαστεί να βοηθήσουμε στην απομάκρυνση του παιδιού και άλλων νέων και ευάλωτων ατόμων από τον κύκλο της εγκληματικότητας στον οποίο βρίσκονται. Αυτό περιλαμβάνει τη συμβολή στην πρόληψη και τη δίωξη των συμμοριών, της εμπορίας ναρκωτικών και του φαινομένου εγκληματικης δρασης στα ορια των δήμων«, οι οποίες δράσεις έχουν καταστροφικές συνέπειες στους νέους και τις κοινότητες.
«Η χρήση των νέων ως πληροφοριοδότες διέπεται από ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο και εποπτεύεται από τον Επίτροπο Αρχών Έρευνας. Ενισχύουμε τις διασφαλίσεις που ισχύουν στις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που ένα παιδί είναι επιφορτισμένο να συμμετέχει στην εγκληματικότητα, για να διασφαλίσουμε ότι τα συμφέροντά των παιδιών (πληροφοριοδοτών) θα αποτελούν πάντα πρωταρχικό μέλημα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».