Του Κωνσταντίνου Βαθιώτη: Αναπληρωτής Καθηγητής Ποινικού Δικαίου Νομικής Σχολής
Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Πίσω από έναν περιπτερά εντόπισα το εικονιζόμενο πακέτο τσιγάρων με την προειδοποίηση: “Τα παιδιά των καπνιστών είναι πιο πιθανό να αρχίσουν να καπνίζουν”.

Η προειδοποίηση αυτή αποτελεί μήνυμα συσχετιζόμενο με την κρατική-αφυπνιστική πολιτική του “σκουντήματος” του πολίτη (nudging) με σκοπό την υπόμνηση των υποκρυπτόμενων κινδύνων μιας ανθρώπινης συνήθειας, την οποία, βεβαίως, το ίδιο το κράτος επέτρεψε να διαμορφωθεί: με το ένα χέρι εκθέτει τον πολίτη στην κινδυνογόνο εξάρτηση και με το άλλο υποκριτικά τον προειδοποιεί για τις δυσμενείς επιπτώσεις της αυτοκαταστροφικής επιλογής του.

 

Κάποιοι συνδέουν τέτοια μηνύματα με τον λεγόμενο “φιλελευθεριστικό πατερναλισμό”, άλλως με τον “ελευθεριακό κηδεμονισμό” (libertarian paternalism), ενώ κάποιοι άλλοι (βλ. π.χ. Kirste, Harter und weicher Rechtspaternalismus. Unter besonderer Berücksichtigung der Medizinethik, JZ 2011, σελ. 805 κ.ε., 807) υποστηρίζουν ότι, ελλείψει επιδράσεως στην βούληση του προσώπου, η απλή παροχή συμβουλών προς αυτό ή η διαφώτισή του δεν συνιστά καν πατερναλιστική συμπεριφορά και άρα είναι άτοπο να εντάσσονται στο πεδίο του ήπιου πατερναλισμού οι προειδοποιητικές επιγραφές και φωτογραφίες στα πακέτα των τσιγάρων (βλ. και μελέτη δημοσιευθείσα εις Ποινικά Χρονικά 2019, σελ. 568, υποσ. 67).

Στην εποχή, όμως, του κορωνοϊού, η κρατική φιλοσοφία που υποκρύπτεται στο συγκεκριμένο προειδοποιητικό μήνυμα δεν συνάδει με την ανάλγητη υγειονομική πολιτική που ακολούθησε το Υπουργείο Παιδείας στο ζήτημα της αντιμετώπισης της κορωνοϊκής πανδημίας.

 

Διότι αν “τα παιδιά των καπνιστών είναι πιο πιθανό να αρχίσουν να καπνίζουν”, τότε προβάλλει αμείλικτο το εξής ερώτημα:

Τα μασκοφορεμένα παιδιά τι είναι πιο πιθανό να αρχίσουν να κάνουν ή να νιώθουν;

 

Το κράτος δείχνει να νοιάζεται για τα παιδιά των καπνιστών αλλά τώρα δείχνει στα παιδιά τα δόντια του, επιβάλλοντάς τους την τρομακτική μάσκα, την ώρα, μάλιστα, που ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού από τα νήπια είναι σχεδόν μηδενικός.

Τούτο δε, χωρίς προηγουμένως να έχει διεξαχθεί συζήτηση με συλλόγους γονέων και κηδεμόνων,

χωρίς να έχει γίνει πλήρης ενημέρωση για τους ενδεχόμενους κινδύνους της παρατεταμένης χρήσης μάσκας στις μικρές ηλικίες,

χωρίς να έχει συνυπολογισθεί πόσο τραγική είναι η συνέπεια της στέρησης του χαμόγελου και του γέλιου ειδικά στα νήπια που χάνουν ένα πολύτιμο επικοινωνιακό όπλο μέσα στο νέο περιβάλλον τους μακριά από την προστασία της μητέρας τους,

περαιτέρω χωρίς να έχει εξηγηθεί γιατί επεβλήθη η μασκοφορία από τόσο μικρή ηλικία,

σε αντίθεση με την πολιτική που επέλεξαν άλλα κράτη αλλά και με τις οδηγίες του Π.Ο.Υ. και, τέλος, χωρίς να έχει εξετασθεί η εφαρμογή άλλων μέτρων, εξίσου, αν όχι περισσότερο, αποτελεσματικών για την αναχαίτιση της πανδημίας εν συγκρίσει με την χρήση της μάσκας.

 

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και το αλαζονικό ύφος με το οποίο προωθείται το αλάθητο της κυβερνητικής πολιτικής σε έναν τόσο ευαίσθητο χώρο, τότε υπάρχουν δύο λατινικές φράσεις που θα μπορούσε ένας νομικός να ανακαλέσει στο μυαλό του: Sic volo, sic iubeo / Roma locuta, causa finita.

 

Καμία, όμως, από αυτές δεν είναι συμβατές με το δημοκρατικό αίσθημα του πολίτη.

Υπάρχει, ωστόσο, και κάτι πολύ χειρότερο: Η δηλητηρίαση της παιδικής ψυχής είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να υποθηκευθεί ανεπιστρεπτί το μέλλον της κοινωνίας μας στον “ι θ ύ ν ο ν τ α  νου  της  π λ ο υ τ ο κ ρ α τ ί α ς”.

Ο τελευταίος όρος ανάγεται στον Τζακ Λόντον, ο οποίος στο μυθιστόρημά του “The Iron Heel” (“Το σιδερένιο τακούνι”, μτφ.: Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2011, σελ. 157 / πρβλ. “Η σιδερένια φτέρνα”, μτφ.: Λ. Φιλιππάτος, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1980) έγραφε προφητικά: «ο πλούτος από μόνος του δεν αποτελεί την πραγματική δύναμη. Είναι μέσο που επιτρέπει στους κεφαλαιοκράτες να πετύχουν το σκοπό τους, να πάρουν δηλαδή την κυβέρνηση στα χέρια τους. Ποιος ελέγχει την κυβέρνηση σήμερα; Το προλεταριάτο με τα είκοσι εκατομμύρια εργάτες που μετέχουν στην παραγωγή; Και σεις ακόμη θα γελούσατε με μια τέτοια ιδέα. Μήπως την ελέγχει η μεσαία τάξη με τα οκτώ της εκατομμύρια; Δεν την ελέγχει περισσότερο από το προλεταριάτο. Ποιος ελέγχει την κυβέρνηση; Η Πλουτοκρατία, κύριοι, κι ας έχει διακόσιες χιλιάδες μονάχα μέλη που μετέχουν στην παραγωγή. Όμως, ούτε και αυτές οι διακόσιες χιλιάδες δεν ελέγχουν την κυβέρνηση παρόλο που αυτές είναι η υποστήριξή της. Την κυβέρνηση την ελέγχει ο ιθύνων νους της Πλουτοκρατίας. Κι αυτός ο νους αποτελείται από ε π τ ά μικρές μα δυνατές ομάδες. Και μην ξεχνάτε πως ουσιαστικά οι ομάδες αυτές δουλεύουν σήμερα σαν μ ί α ομάδα».

Και καταλήγει ο Λόντον (ό.π., σελ. 160):

«Η Πλουτοκρατία έχει σήμερα όλη τη δύναμη στα χέρια της.

Αυτή φτιάχνει τους νόμους, γιατί η Γερουσία είναι δική της, το Κογκρέσο είναι δικό της, τα δικαστήρια και οι νομοθετικές επιτροπές δικές της.

Κι όχι μονάχα αυτό.

Πίσω απ’ το νόμο πρέπει να υπάρχει η δύναμη που θα εφαρμόσει το νόμο.

Σήμερα η Πλουτοκρατία φτιάχνει τους νόμους και, για να τους επιβάλει, έχει στη διάθεσή της την αστυνομία, το στρατό, το στόλο και τώρα τελευταία απέκτησε και τη μιλίτσια που είναι σεις κι εγώ κι όλοι εμείς. […] Το μόνο που θα’ θελα είναι κάτι να καταλαβαίνατε από ε ξ έ λ ι ξ η και κ ο ι ν ω ν ι ο λ ο γ ί α».