Ο θεσμός των κοινοτήτων σε ορισμένες ορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι συνυφασμένος με τον θεσμό των αρματολικιών της. Στην Δυτική μάλιστα Ελλάδα, ό θεσμός των αρματολικιών τονώνει, τόσο το πνεύμα της αυτονομίας, ώστε το προάγει ως την ημιανεξαρτησία, όπως θα ιδούμε. Η γνώση μάλιστα του θεσμού των αρματολικιών είναι απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για να διερευνήσουμε τις πολιτικές συνθήκες των ελληνικών χωρών επί τουρκοκρατίας, αλλά και για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των μαχητικών δυνάμεων του ελληνικού έθνους, την στρατιωτική αγωγή του και την προετοιμασία του για τούς μεγάλους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες.

 

Τα αίτια τής γένεσης των αρματολικιών στην ηπειρωτική Ελλάδα και ό ρόλος των μεγάλων ορεινών όγκων της.

Η πρώτη εμφάνιση των αρματολών στις ελληνικές χώρες χάνεται μέσα στο σκοτάδι του παρελθόντος. Πότε μνημονεύεται για πρώτη φορά ή λέξη αρματολός (από τη λέξη αρματολόγος – όος – ός, κατά την ετυμολογία του Μένου Φιλήντα) και τι σημαίνει; Το όνομα, με την έννοια συνήθως του πληροφοριοδότη ή κατασκόπου, το παραδίδουν με τον Τουρκικό του τύπο martolos, Τούρκοι ιστορικοί σύγχρονοι του Μουράτ Β’ (1421 – 1451) και το αποδίδουν σε χριστιανούς πού είχαν δράσει πριν απ’ αυτόν στο πλευρό των Τούρκων. Τι οργάνωση είχαν τότε, ποια ήταν γενικά τα καθήκοντά τους και πώς κατέληξαν έπειτα ν’ αποτελέσουν μόνιμες τοπικές φρουρές στα ορεινά μέρη είναι θέματα πού μένουν ακόμη προς διερεύνηση.

Οι αρματολοί αναφέρονται τον 15ο αιώνα ως επικουρικά στρατεύματα των Τούρκων και εκστρατεύουν μαζί τους. Δεν μισθοδοτούνται και γι’ αυτό τον λόγο είναι αρπακτικοί και σκληροί. Πάντως, κατά το δεύτερο μισό του 15° αι., παρουσιάζονται στα σύνορα του Δούναβη σαν στρατιωτικά τμήματα. Έτσι, π.χ. κατά τα μέσα του 15ου αι., μνημονεύονται χριστιανοί αρματολοί στο Αλατζά Χισάρ του Σμεδέροβου και στο σαντζάκι των Σκοπίων. Επίσης, στα 1492 παραπάνω από 500 αρματολοί τής περιοχής του Σμεδέροβου φρουρούσαν τα σύνορα προς το Βελιγράδι. Αργότερα, επί Σουλεϊμάν Α’ (1520 1566) εκτελούν υπηρεσία και στην μεθόριο και στην ενδοχώρα.

Στον πρώτο τόμο τής «Ιστορίας» μου, ύστερ’ από συγκριτική έρευνα των στοιχείων πού ελάνθαναν σε διάφορες πηγές, καθόρισα ότι ό θεσμός αυτός εγκαινιάστηκε πρώτα στην Θεσσαλία και συγκεκριμένα στην περιοχή Αγράφων επί Μουράτ Β’ (1421 – 1451), ίσως αμέσως μετά την άνοδό του στον Θρόνο.

Στο πρώτο έτος τής βασιλείας του, δηλαδή στο 1421, αποδίδει και ό Leo Barbar την γένεση του αρματολισμού με την οργανωμένη στρατιωτική του μορφή, στηριζόμενος σε Τούρκους ιστορικούς, πού ατυχώς δεν μνημονεύει. Επομένως ό ισχυρισμός του Anhegger, πού μεταθέτει την γένεση του θεσμού στα χρόνια του Μεχμέτ Β’ (1451 – 1481), δεν είναι ορθός. Τελευταία, ό Τούρκος ιστορικός Gengiz Orhonlu δέχεται το 1421, νομίζει ότι δεν πρόκειται για την ίδρυση των αρματολικιών, αλλά μάλλον για την αναδιοργάνωσή τους, γνώμη πού δεν την αποδέχομαι. Την γνώμη του Orhonlu εκφράζει και ό Milan Vasic σε ειδική μελέτη για τούς αρματολούς των γιουγκοσλαβικών χωρών, ότι δηλαδή οι Τούρκοι βρήκαν τον αρματολικό θεσμό στο έδαφος τής βυζαντινής αυτοκρατορίας, τον δέχθηκαν και τον εισήγαγαν στο διοικητικό τους σύστημα κατά το πρώτο μισό του 15ου, πιθανώς μεταξύ 1421 – 1438.

Το ότι υπήρχε καπετάνιος, επομένως αρματολίκι, στην περιοχή των Αγράφων νωρίς, αποδεικνύεται, νομίζω, και από μια σημαντική είδηση σε βενετικό έγγραφο, πού διέλαθε ως σήμερα την προσοχή των ερευνητών και στο οποίο αναφέρεται ότι στις αρχές του βενετοτουρκικού πολέμου, στα 1464 μάλλον, είχε καταφύγει στην Ναύπακτο από το εσωτερικό ό Signore del Agrafo, ό «κύριος των Αγράφων», και περίμενε την βοήθεια των Βενετών. Επίσης μνημονεύεται και ό μικρότερος αδελφός του, ό κόμης «Megara» (Μέγαρα), ίσως γιατί κατείχε άλλο αρματολίκι στην επίκαιρη περιοχή πού οδηγεί από την Αθήνα προς τον Ισθμό, δηλαδή στην περιοχή των Μεγάλων Δερβενιών. (Γνωρίζουμε ότι οι κάτοικοι των χωριών Κούντουρα και Λεψίνα (Ελευσίνα) φρουρούσαν τον δρόμο των Μεγάρων και τις ακτές προς τον Ισθμό έναντι απαλλαγής από ορισμένους φόρους). Και οι δύο αυτοί αδελφοί αναφέρονται με επαίνους ανάμεσα στους αρχηγούς των ελληνικών και αλβανικών στρατευμάτων, πού αγωνίζονταν στο πλευρό των Βενετών, αλλά δεν μάς δίνονται τα ονόματα των στρατιωτικών αυτών και πρώτων αρματολών. Πάντως θα ήταν Βλάχοι ή Αρβανιτόβλαχοι, εφόσον στην περιοχή Αγράφων κατοικούσαν Βλάχοι κατά τον τελευταίο αιώνα του Βυζαντίου. Ίσως ό «κύριος των Αγράφων» να ήταν απόγονος του πρώτου καπετάνιου του αρματολικιού, ό οποίος με την έκρηξη του βενετοτουρκικού πολέμου (1463 – 1479) βρήκε την ευκαιρία να περάση στο πλευρό των Βενετών, να γίνη αντάρτης ή πάλι κλέφτης, όπως ήταν και πριν. Το φαινόμενο δηλαδή τής μεταπτώσεως των κλεφτών σε αρματολούς και το αντίθετο το παρατηρούμε αμέσως μετά την υποδούλωση των ελληνικών χωρών, ώστε τελικά να μη διαφέρουν μεταξύ τους οι λέξεις αρματολός και κλέφτης. Με την ίδια ρευστή έννοια παρουσιάζονται και στην σερβοκροατική, ουγγρική, ρουμανική κ. λ., διαπίστωση πού πρέπει να μάς αναγάγη στην προϋπόθεση ενός ίδιου φαινομένου και στις άλλες βαλκανικές χώρες.

Στην Ελλάδα, όπως και γενικότερα στην Βαλκανική, οι σουλτάνοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα τής υποταγής των ορεινών πληθυσμών, πού είχαν πυκνωθή από πρόσφυγες των πεδινών, ένα πρόβλημα πού δεν είχε παρουσιαστή οξύ στην Μικρά Ασία, γιατί εκεί ή προέλαση και εξάπλωση των τουρκικών φύλων έγινε βαθμιαία και κατά κύματα. έτσι οι κατακτήσεις τους εξασφαλίζονταν με την διενέργεια σφαγών, εξανδραποδισμών, με αθρόους εξισλαμισμούς, και με την παραχώρηση θρησκευτικών και οικονομικών ελευθεριών. Στην Βαλκανική όμως οι Τούρκοι βρίσκονταν μακριά από τις βάσεις τους, μέσα σ’ εχθρικούς πληθυσμούς. Αρκετοί ήταν οι ορεινοί κάτοικοι πού αρνούνταν κάθε συμβιβασμό με τούς κατακτητές και εξακολουθούσαν την ανυπότακτη ζωή τους. Ήταν οι ονομαζόμενοι κλέφτες και τα χωριά τους κλεφτοχώρια. Πολλά είναι γνωστά ακόμη ως σήμερα με το όνομα αυτό.

Οι Τούρκοι έποικοι, οι εγκαταστημένοι ιδίως στις εύφορες πεδιάδες τής Θεσσαλίας και Μακεδονίας δεν ήταν δυνατόν να επιβάλουν την τάξη. Ήταν λοιπόν φυσικό ν’ αγανακτούν και να επιδιώκουν να βρουν ένα αποτελεσματικό τρόπο για την φρούρηση τής περιοχής τους. Έτσι ό θεσμός των αρματολικιών φαίνεται ότι προέκυψε κυρίως από την ανάγκη να επιβληθή ή τάξη και ασφάλεια εκεί όπου οι ορεινοί κάτοικοι με πυρήνες θαρραλέους και ανυπότακτους νέους ή και ληστές είχαν γίνει ό εφιάλτης ιδίως των κατακτητών.

Όπως και στις άλλες χώρες της Βαλκανικής, έτσι και στις ελληνικές, οι σουλτάνοι με την παροχή ορισμένων προνομίων προσπαθούσαν να προσελκύσουν τούς επικίνδυνους ορεινούς πληθυσμούς και να τούς κάνουν φρουρούς των τόπων τους, ιδίως μάλιστα εκείνους πού κατοικούσαν κοντά σε κλεισούρες (δερβένια). Έτσι π.χ. ό σουλτάνος Μεχμέτ Β’ από την εποχή πού είχε καταλάβει την Πελοπόννησο, είχε παραχωρήσει στους Δερβενοχωρίτες διάφορα προνόμια με τον όρο να εξασφαλίζουν τις συγκοινωνίες. Τα προνόμια αυτά τα είχαν διατηρήσει ως την ελληνική επανάσταση του 1821. Πολύ νωρίτερα κιόλας ό πατέρας του Μουράτ Β’ είχε αναγκαστή, όπως είδαμε, να ιδρύση το αρματολίκι των Αγράφων. Ο θεσμός των αρματολικιών στις ελληνικές χώρες στην αρχή είχε ασφαλώς κάποια ωφέλιμη για τούς Τούρκους απόδοση, γι’ αυτό με το πέρασμα του χρόνου οι σουλτάνοι δημιούργησαν και άλλα, αλλά δεν ξέρουμε με ποια σειρά και πότε. Πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, κατά τα τέλη του 15ου αι. ιδρύεται το αρματολίκι του Ολύμπου με αρχηγό τον Καρά Μιχάλη, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε. Μόνο το επίθετό του Καρά μαρτυρεί πολλά για τις επιδρομές του και για τον φόβο πού προξενούσε στους Τούρκους. Δεν γνωρίζω ποια σειρά κατέχει στην διαδοχική δημιουργία των αρματολικιών. Πάντως αν λάβουμε υπ’ όψη μας τις συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, τούς εκτεταμένους και υψηλούς όγκους του συγκροτήματος με τα αιώνια σχεδόν χιόνια επάνω στις κορυφές, με τον τρομερό κρότο των κεραυνών και το βροντερό κύλισμα των αχών του μέσα από τις βαθιές και μακριές χαράδρες του, καθώς την πανάρχαια αίγλη του και την κατοπινή φήμη για την παρουσία εκεί πολλών κλεφτών («πάσα βρυσή και φλάμπουρον, παντού κλαδί και κλέφτης», όπως λέγει το λαϊκό τραγούδι), τότε το αρματολίκι του Ολύμπου πρέπει να ήταν το δεύτερο ή το τρίτο, αν δεχθούμε ότι το αρματολίκι των Μεγάρων, δηλαδή των Μεγάλων Δερβενιών ήταν το δεύτερο.

Τα περισσότερα απ’ όσα γνωρίζουμε για την οργάνωση των αρματολικών σωμάτων προέρχονται κυρίως από την προφορική παράδοση, όπως σωζόταν ως τα 1821. Η παράδοση αυτή πιθανόν να διασώζη πολλά παλιά ιστορικά στοιχεία, αλλά σήμερα είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε τον διαχωρισμό των παλιών και νέων και να παρακολουθήσουμε την εξελικτική πορεία του θεσμού. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν οι ορεινοί κάτοικοι ή οι κλέφτες υποτάσσονταν, οι άνδρες πού θ’ αποτελούσαν την ντόπια φρουρά ονομάζονταν αρματολοί ή τουρκικά μαρτολός και έμπαιναν στην υπηρεσία τής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η περιοχή στην οποία εκτείνεται ή δικαιοδοσία των αρματολών ονομάζεται αρματολίκι, ό αρχηγός του καπιτάνιος ή καπετάνιος (από το ιταλικό capitano), οι άνδρες του παλλικάρια (από το αρχαίο πάλληξ, -ηκος) και οι υπασπιστές του πρωτοπαλλήκαρα. Κατά τούς τελευταίους αιώνες τής τουρκοκρατίας αρματολοί δεν διορίζονταν μόνο παλιοί κλέφτες, αλλά και παλληκαράδες του χωριού ή τής κωμόπολης, πού είχαν αντιμετωπίσει με τα όπλα τούς κλέφτες φυλάγοντας την πατρίδα τους και οι οποίοι ζητούσαν μισθό, για να εξακολουθήσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.

Ατίθασοι λοιπόν νέοι ή και παλιοί κλέφτες σχημάτιζαν τις ομάδες αντιστάσεως πού τριγύριζαν στα βουνά. Διάφοροι λόγοι τούς έσπρωχναν ν’ αντιδράσουν με τον τρόπο αυτό. Πρόχειρη ήταν στο στόμα των νέων των ορεινών περιοχών ή φράση «σηκώνομαι κλέφτης», για να φοβερίσουν τούς άδικους Τούρκους τοπάρχες ή αγάδες ή τούς τυραννικούς προεστούς. Ο καθένας τους εξασφάλιζε την ελευθερία μόνο για τον εαυτό του και φρόντιζε να ζήση, όπως μπορούσε, ληστεύοντας στην ανάγκη και Έλληνες ακόμη. Αλλά και οι ληστές, πού δρούσαν και παλιότερα, βρήκαν τώρα ένα καινούργιο πεδίο δράσης, τού εξευγενίζει το όνομά τους και ανοίγει τον δρόμο προς την ηρωοποίηση και την εξιδανίκευσή τους, εφόσον μάλιστα τώρα παρουσιάζονται ως προστάτες και εκδικητές των τυραννισμένων και καταδιωγμένων ομοεθνών τους, κυρίως των φτωχών. Παρόμοιο φαινόμενο παρουσιάστηκε και στην πρόσφατη κατοχή.

Ο αγώνας των κλεφτών είχε σαφή τον χαρακτήρα τής ανταπόδοσης, τής ενεργητικής αντίστασης εναντίον των κατακτητών και των αυθαιρεσιών τους. Έτσι π.χ. ό περιηγητής Brown στα 1669 μιλώντας για τούς Θεσσαλούς – και εννοώντας ασφαλώς και τούς Μακεδόνες – λέγει ότι φορούσαν σκούφιες (μικρά καπέλλα σαν και αυτά πού συνήθιζαν στην Γαλλία στην εποχή του), ότι ήταν ανδρείοι, τολμηροί και απελπισμένοι και ότι αν οι Τούρκοι τούς έκαναν και το παραμικρό κακό, έβρισκαν πάντοτε την ευκαιρία να τούς εκδικηθούν. Πολλοί Τούρκοι είχαν πιαστή και χάσει την ζωή τους. Γι’ αυτούς τούς λόγους παραπονιούνταν εναντίον τους. Αυτονόητο είναι ότι οι κλέφτες κατά τούς πρώτους αιώνες τής τουρκοκρατίας δεν είχαν την συνείδηση ότι αγωνίζονται για την ελευθερία ολόκληρου του έθνους. Ο,τι τούς ξεχώριζε από τούς κοινούς ληστές ήταν μόνο το έντονο μίσος εναντίον των κατακτητών και των συνεργατών τους και ή συμπάθειά τους προς τούς κατατρεγμένους. Έτσι ό κλέφτης άρχισε να γίνεται ίνδαλμα. Από τις αρχές λοιπόν τής τουρκοκρατίας πρέπει να άρχισε να παίρνη την οριστική του διαμόρφωση ό κόσμος του μύθου και του θρύλου, πού περιβάλλει βαθμιαία την προσωπικότητα του ληστή, του κλέφτη. Έτσι γεννιέται σιγά σιγά μιά μακραίωνη παράδοση πού επιζεί για πολλά ακόμη χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και τελικά σβήνει μέσα στους κόλπους των ληστών. Οι κλέφτες είναι οι πρώτοι πυρήνες τής αντίστασης του ελληνικού λαού, αυτοί διερμηνεύουν την θέλησή του να μην υποταχθή στην βία και στις καταπιέσεις των αλλόδοξων κατακτητών και των χριστιανών οργάνων τους. Ή φτώχεια των κατοίκων είναι σύμμαχός τους και ή ευμάρεια των εχθρών πρόκληση.

Οι ορεινοί όγκοι, πού εκεί κοντά στα χωριά των αγανακτισμένων χριστιανών ραγιάδων υψώνουν περήφανα τις πάμπολλες κορυφές τους, το Βέρμιο, τα Πιέρια, ό Όλυμπος, τα Χάσια, ή Πίνδος κ. λ. είναι σα να καλούν τούς νέους με όλο τον μυστικό, τον μαγικό τους κόσμο, με τούς γκρεμούς πού φέρνουν ίλιγγο, με τις σκοτεινές χαράδρες, με τα καταπράσινα δάση από πεύκα, βαλανιδιές, έλατα κ. λ. και με τα αγρίμια τους, καθώς και με τις ξακουστές ομάδες κλεφτών. Υπάρχει στενός δεσμός των πρωτόγονων αυτών ανθρώπων με το περιβάλλον. Ένα βαθύ φυσιολατρικό αίσθημα είναι ριζωμένο μέσα στις ψυχές του. Με τα παρακάτω λόγια χαιρετίζει και αντιχαιρετίζεται ό υποψήφιος κλέφτης

Γεια σας βουνά με τούς γκρεμνούς, λαγκάδια με τις πάχνες.

Καλώς το τ’ άξιο το παιδί και τ’ άξιο παλληκάρι

Εδώ πρέπει να τονιστή ό ρόλος των μεγάλων ορεινών όγκων τής ηπειρωτικής Ελλάδας ως καταφυγίων και ως δρόμων επικοινωνίας κατά την διάρκεια όχι μόνον των νέων χρόνων, αλλά και των μέσων – ένα θέμα, το οποίο δεν εξετάστηκε ακόμη με προσοχή και ακρίβεια, μολονότι ό περιηγητής Cousinery, τον περασμένο κιόλας αιώνα είχε διατυπώσει την πειστική γνώμη ότι τα βουνά τής κάτω Μακεδονίας θα υπήρξαν πολλές φορές άσυλα των Ελλήνων κατά την διάρκεια των βουλγαρικών επιδρομών. Έτσι εξηγούσε την ελληνικότητα των πληθυσμών των περιοχών αυτών. Συγκεκριμένα έγραφε ότι οι Βούλγαροι, οι οποίοι είχαν κατά τον μεσαίωνα εγκατασταθή σε ορισμένα πεδινά μέρη τής Μακεδονίας ως καλλιεργητές, καθώς και σε μερικά ορεινά, δεν μπόρεσαν ποτέ να εισχωρήσουν μέσα στα δάση του Βερμίου και των Πιερίων, φυσικά οχυρώματα και καταφύγια των ελληνικών πληθυσμών.

Ιδίως επί τουρκοκρατίας, οι ορεινοί όγκοι διαφύλαξαν τούς ελληνικούς πληθυσμούς από την ολοκληρωτική υποταγή και την εξουθένωση. Οι ανωμαλίες του εδάφους δεν εμπόδιζαν την επικοινωνία των κατοίκων, αλλ’ απεναντίας την διευκόλυναν. Τα μονοπάτια δηλαδή και οι κατσικόδρομοι των οροσειρών του Βερμίου, των Πιερίων, του Ολύμπου, των Χασίων, καθώς και του Γράμμου και τής Πίνδου πού καταλήγει στα Άγραφα, ευνοούσαν την ασφαλή επικοινωνία των κατοίκων τους, την ελεύθερη σχεδόν μεταβίβαση και λήψη ειδήσεων. Έτσι, κατά την επανάσταση του 1821, οι πολεμικές ειδήσεις από τα μέτωπα του Ασπροποτάμου και των Αγράφων γίνονταν γρήγορα γνωστές στους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας. Όπως ό Βούλγαρος χαϊντούτος μπορούσε να διασχίση την χώρα του από τον Εύξεινο ως την Σερβία βαδίζοντας με ασφάλεια επάνω στον χιονοσκεπασμένο Αίμο, έτσι και ό Έλληνας αρματολός ή κλέφτης μπορούσε να καταφύγη από την Μακεδονία στην Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η αλήθεια τής παρατήρησης αυτής επιβεβαιώθηκε στα χρόνια τής πρόσφατης σκλαβιάς, όταν τα ανταρτικά σώματα αναπτύσσονταν ή συμπτύσσονταν επάνω στις ίδιες οροσειρές με μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ότι ή σειρά των ορεινών αυτών όγκων διαμορφώνει τον σκελετό του αρματολικού συστήματος τής ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η ορεινή γενικά διάρθρωση της ελληνικής χερσονήσου υπήρξε ή σωτηρία του ελληνικού λαού στις δύσκολες στιγμές τής ιστορίας του. Τα βουνά όχι μόνον είχαν σώσει και θα έσωζαν στο μέλλον τον ελληνικό λαό από την ολοκληρωτική καταστροφή, όπως τόνιζε αργότερα ό Κοσμάς ό Αιτωλός (18ος αι.), αλλά και θα μόρφωναν γενιές ελεύθερων ανθρώπων, πού θα βρίσκονταν πάντα σε αντίθεση με τούς αποκαρωμένους κατοίκους του κάμπου. Σωστά λοιπόν παρατηρούσε ό Γάλλος περιηγητής Lauvergne πού είχε επισκεφθή την Ελλάδα στα 1825 πώς «ολόκληρη ή Ελλάδα, με τα πολλά βουνά, τα τρομακτικά φαράγγια πού τα χωρίζουν, με τις άπειρες ανωμαλίες του κατασχισμένου σε κάθε πλευρά εδάφους της, μοιάζει να έχη προοριστή από την φύση να είναι το λίκνο ελεύθερων ανθρώπων».

Από τούς όγκους πού αποτελούσαν τις λαμπρότερες εστίες τής ελευθερίας των Ελλήνων, πρέπει να εξάρουμε κυρίως δύο, τον οριζόντιο του Ολύμπου – Χασίων και προ πάντων τον κάθετο τής Πίνδου και ειδικά των Αγράφων πού βρίσκονται επάνω από τα κεφάλια των Τούρκων εποίκων τής Θεσσαλίας. Ασφαλώς από τον Κόζιακα τής Πίνδου εξορμούσαν οι κλέφτες εκείνοι πού κατέβαιναν κατά το δεύτερο μισό του 14ου αι. ως τα Μετέωρα και απειλούσαν τούς μοναχούς.

Ο Όλυμπος έπρεπε οπωσδήποτε να κινήση την προσοχή των κατακτητών, εφόσον ό κλέφτης μπορούσε να κινηθή απ’ εκεί με ελευθερία προς τα Χάσια, στην Πίνδο, να περάση τον Κόζιακα, να βρεθή στην Ήπειρο ή από τον Ασπροπόταμο να κατεβή στην Δυτική Στερεά ως το Ξερόμερο και παρακάτω ακόμη, ή και το αντίθετο:

Στον Λούρον, στο Ξερόμερον αρματολός εστάθην,

Στα Χάσια και στον Όλυμπον δώδεκα χρόνους κλέφτης.

Γρήγορα έπειτα, φαίνεται, επεκτείνεται ό θεσμός των αρματολικών και στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα ως τον Ισθμό. Γιατί αλήθεια εξαιρέθηκε ή Πελοπόννησος; Και όμως και αυτή παρουσιάζει τα ερείσματά της για την άσκηση του κλεφτοπολέμου. Πραγματικά ή Πελοπόννησος είναι γεμάτη από βουνά και λόγγους πού χωρίζονται συχνά με απότομους γκρεμούς. Κάτω στα φαράγγια σπάνια, τρέχει ποτάμι ή χείμαρρος. Τις περισσότερες φορές είναι ξεροπόταμος. Δρόμοι και γέφυρες δεν υπάρχουν. Στις πλαγιές μόνο των βουνών, από παμπάλαια χρόνια, είναι χαραγμένα μονοπάτια, πού είναι βέβαια και οι συντομώτεροι δρόμοι, ακολουθώντας τα κανείς ανεβοκατεβαίνει τα βουνά. Ο φόβος και ή αγωνία τής ενέδρας και του αιφνιδιασμού συνέχουν διαρκώς τις ψυχές των πολεμιστών. Επομένως ένας ξένος κατακτητικός στρατός θα βρισκόταν πάντα στην ανάγκη να μην απομακρύνεται πολύ από τις ακτές, από τις βάσεις του ανεφοδιασμού του.

Η απουσία αρματολικιών στην Πελοπόννησο οφείλεται, κατά την γνώμη μου, στην ύπαρξη μεγάλων κάστρων των παραλίων και του εσωτερικού, τα οποία είχαν επανδρωθή με φρουρές ικανές να επιβάλουν την τάξη και την ασφάλεια στις περιοχές τους. Ίσως πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη και οι αλλεπάλληλοι τουρκοβενετικοί πόλεμοι, πού απαιτούσαν να διατηρούνται εκεί αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις.

Κλέφτες επάνω στον Όλυμπο μνημονεύονται στον «βίο» του Αγίου Διονυσίου. Συγκεκριμένα, όταν ό όσιος έκτισε το μοναστήρι τής Αγ. Τριάδας και έκανε κελλιά, μετόχια και μύλους, μερικοί Λιτοχωρινοί τον κατηγόρησαν στον Τούρκο «αυθέντην του τόπου» λέγοντας πώς ένας ασκητής, χωρίς να τον ρωτήση, κτίζει μοναστήρι επάνω στον Όλυμπο, για να μαζεύωνται εκεί οι κλέφτες με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν οι κάτοικοι. Είναι πολύ πιθανή ή καταγγελία. Σ’ έναν μοναχό με έντονη ελληνική συνείδηση, πού ασκήτευε σε απόμερο και άγριο τόπο, επόμενο ήταν να συχνάζουν Έλληνες κλέφτες.

Ό,τι ήταν για την Δυτική Στερεά Ελλάδα τα Άγραφα, ήταν ό Όλυμπος για την Μακεδονία και την Θεσσαλία. Η παλιά του μάλιστα κλέφτικη παράδοση και ή πανάρχαια φήμη του τον ανύψωναν σε σύμβολο της ελευθερίας, σε «ιερό βουνό των κλεφτών». Την αίγλη του αυτή την μεγάλυνε ακόμη περισσότερο η δημοτική μούσα.

Οι κλέφτες απέδιδαν θαυμαστές ιδιότητες στον ζωογόνο αέρα του, στα χιόνια του, στις κρυστάλλινες πηγές του. Ο Όλυμπος ήταν ένα είδος παραδείσου των κλεφτών, όπου αναλάμβαναν ύστερ’ από την σκληρή πάλη εναντίον των Τούρκων, όπου γιατρεύονταν μόνες τους οι πληγές και οι άρρωστοι «ανδρείωναν»:

«Πλιάσκα μ’ αν θέλης γιάτρεμα, να γειάνουν οι πληγές σου,

Έβγα ψηλά στον Όλυμπο, στον έμορφο τον τόπο.

Αντρείοι ‘κει δεν αρρωστούν, κι’ άρρωστοι ανδρειώνουν

Εκ’ είν’ οι κλέφτες οι πολλοί, τα τέσσερα πρωτάτα» .

Κατά τούς πρώτους ιδίως αιώνες τής τουρκοκρατίας, θα έζησαν και θα έδρασαν πολλοί ασφαλώς και ονομαστοί αρματολοί και κλέφτες, για τούς οποίους σήμερα δεν ξέρουμε τίποτε. Οι πρώτοι λοιπόν καταδρομείς είναι παιδιά των βουνών τής Θεσσαλίας, αλλά και της Στερεάς και Ηπείρου και Μακεδονίας, όπως άλλωστε έχει αποδειχθή ύστερ’ από την δημοσίευση του πρώτου τόμου των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων» του Κοζανίτη Νικ. Κασομούλη, ό οποίος περιγράφοντας την στρατιωτική κατάσταση στην Βόρεια Ελλάδα τούς δύο τελευταίους αιώνες τής τουρκοκρατίας μας αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο αγωνιστών τής ελευθερίας. Ανάμεσα σ’ αυτούς οι Έλληνες της Μακεδονίας κατέχουν περίλαμπρη θέση. Αυτοί συγκρότησαν τις περίφημες ομάδες των κλεφτών, πού περιφέρονταν απειλητικά επάνω στους ορεινούς όγκους τής Πίνδου, του Γράμμου, του Βερμίου, των Πιερίων, του Ολύμπου, των Χασίων. Η παρουσία τους έδινε θάρρος στους νέους και τούς παρακινούσε να κρατούν υπερήφανη στάση απέναντι των κατακτητών και των εθελόδουλων συμπατριωτών τους. Οι κλέφτες και γενικότερα οι ορεινοί πληθυσμοί αντικρίζοντας σε κάθε τους βήμα τον κίνδυνο ήταν επόμενο να έχουν εμπιστοσύνη μόνο στον εαυτό τους, μόνο στα όπλα τους, πού σιγά σιγά πήραν την υπόσταση αχώριστου ζωντανού συντρόφου, προσωποποιούνταν και έπαιρναν ονόματα.

Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε το θετικό για την οργάνωση των κλεφτών, για τις συνήθειές τους, για τις σχέσεις των αρχηγών με τα μέλη τής ομάδας κ. λ. κατά τούς πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Μόνο κατά τούς τελευταίους αιώνες ή προφορική παράδοση μας διασώζει τον κόσμο των ιδεών τους, έναν άγραφο κώδικα συνηθειών, για τον οποίο θα μιλήσουμε προς το τέλος του κεφαλαίου. Περισσότερα είναι στην διάθεσή μας τα στοιχεία για την οργάνωση και εξέλιξη του θεσμού των αρματολών, για την στάση τους απέναντι των κλεφτών κ. λ..

Γενίκευση το θεσμού των αρματολικιών επί Σουλεϊμάν Α’ (1520-1566), εξάπλωση τής ληστείας και μέτρα των μεταγενέστερων σουλτάνων για την περιστολή τής δύναμης και των αυθαιρεσιών των αρματολών.

Οργάνωση της Ελλάδας σε 14 αρματολίκια, αναφέρει ό Pouqueville, έγινε επί Σουλεϊμάν Α’, αλλά δεν μνημονεύει την πηγή τής πληροφορίας του:

ή Μακεδονία εδώθε από τον Αξιό σε 5 (Βέροια, Σέρβια, Ελασσόνα, Γρεβενά και Μηλιά), ή Θεσσαλία σε 6 (Όλυμπος, Μαυροβούνι, Χάσια, Άγραφα, Πατρατζίκι και Μαλακάσι) και ή Αιτωλοακαρνανία σε 3 (Βενέτικο, Λιδορίκι, Ξερόμερο). Πρέπει όμως να είμαστε επιφυλακτικοί ως προς την αποδοχή του καταλόγου αυτοί (βλ. χάρτη υπ’ αρ. 3)*, ωσότου βρεθούν γραπτά στοιχεία τής εποχής εκείνης.

Δεν φαίνεται να υπάρχη σχέση ανάμεσα στην διαίρεση των αρματολικιών και στην τουρκική διοικητική διαίρεση σε λιβάδες. Αν εξετάσουμε την διοικητική διαίρεση των ελληνικών χωρών επί Σουλεϊμάν Α’ (1520- 1566), θα ιδούμε ότι υπάρχουν μικροί λιβάδες πού περιλαμβάνουν μια μόνο πόλη με την περιοχή της, όπως π.χ. της Φλώρινας, καθώς και του Κάρλελι, το οποίο περιλαμβάνει μιά μικρή ζώνη με το Αγγελόκαστρο (με εισόδημα 21.002 ακτσέδων), με την Βόνιτσα (18.484) και με την Αγία Μαύρα (26.221), αλλά και άλλοι, όπως π.χ. των Τρικάλων, πού περιλαμβάνει πολλές πόλεις και περιοχές ως κτήματα του στέμματος ή διαφόρων αξιωματούχων, τον Έπαχο (Inebacht με 212. 837 ακτσέδες), το Πατρατζίκι (Batracik με 107.293), την Ελασσόνα (Alasonya με 38.021), τα Φάρσαλα (Catalca με 39.912), τον Δομοκό (Domoke με 60.323), τα Τρίκαλα (Tirhala με 131.019), την Λάρισα (Yenisehir με 113.079), το Φανάρι (Fener με 60.945) και τα Άγραφα (Agrafa με 42.994) ο. Ίσως οι μικροί λιβάδες ν’ απέβλεπαν σε στρατιωτικούς σκοπούς, όπως είχε παρατηρήσει και ό Gokbilgin, δηλαδή στην αντιμετώπιση κινδύνων, πού ήταν δυνατόν να προέλθουν όχι μόνον από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και από εσωτερικούς, δηλαδή από φτωχούς και πολεμικούς πληθυσμούς.

Ποιες είναι γενικά στις βαλκανικές χώρες και ειδικά στις ελληνικές οι υποχρεώσεις των αρματολών απέναντι των Τούρκων και οι σχέσεις τους με τους κατοίκους την εποχή εκείνη είναι δύσκολο να το καθορίσουμε. Είναι ένα μεγάλο και περίπλοκο πρόβλημα.

Τούς όρους, σύμφωνα με τούς οποίους θα έπρεπε να διοικήται το αρματολίκι, τούς καθόριζε αρμόδια υπηρεσία πού έδρευε στην Κωνσταντινούπολη.

Ή υπηρεσία αυτή είχε συνήθως υπ’ όψη της τις εισηγήσεις των τοπικών αρχών.

Οι αρματολοί αποτελούν χωριστή τάξη με ιδιαίτερα κατά τόπους προνόμια (κυρίως φορολογικές απαλλαγές και παραχωρήσεις γαιών με δικαίωμα ανακλήσεως) και με ιδιαίτερες υποχρεώσεις απέναντι τής Πύλης. Οι ορθόδοξοι αρματολοί σύμφωνα μ’ ένα φιρμάνι του 1710 φέρονται ως απαλλαγμένοι και από «δοσίματα» στον πατριάρχη.

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε σωζόμενα έγγραφα και τα αδέλφια και τα παιδιά των αρματωλών δεν φέρονται εγγεγραμμένοι ως ραγιάδες, αλλά ως muaf, δηλαδή ως απαλλαγμένοι από φόρους. Οι αρματολοί και οι αρχηγοί τους ήταν δυνατόν να διορίζωνται και από τις τοπικές αρχές, δηλαδή από τούς μουσουλμάνους προκρίτους (αγιάν) και τούς άλλους ραγιάδες, από τα τοπικά ιεροδικεία με ένα ειδικό μόνο σκοπό, να φυλάγουν π.χ. ένα ντερβένι τής περιοχής. Ποιες υποχρεώσεις και ποια δικαιώματα είχαν αυτοί, δεν είναι δυνατόν να καθορίσουμε.

Ποια αιτία ωθεί τον Σουλεϊμάν να διαιρέση την ηπειρωτική Ελλάδα σε πολλά αρματολίκια; Ασφαλώς ή μεγάλη ακαταστασία πού επικρατούσε κατά τον 16ο αι. σε όλες τις χώρες τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, τόσο στις ελληνικές, όσο και στις άλλες βαλκανικές. Από τις αρχές κιόλας του 16ου αι. έχουμε την πιο παλιά γραπτή είδηση πού μας μιλεί για την αντίσταση των ορεινών Ελλήνων. Είναι του λογίου Ιάννου Λάσκαρι (ισχύουν βέβαια και για τα τέλη του 15ου αι.) από την εποχή των δύο πρώτων ταξιδιών του στην Ελλάδα: «στις περισσότερες ορεινές χώρες, γράφει, οι Τούρκοι φοβούνται να ξεμυτίσουν και μαζεύουν μόνο το χαράτς, πού τούς το δίνουν πρόθυμα (οι χωρικοί), σε μερικές άλλες οι χριστιανοί δεν θέλουν να πληρώσουν τίποτε και κάποτε μάλιστα κάνουν και επιθέσεις». Αυτή ή πολύτιμη πληροφορία μας βοηθεί να σχίσουμε λίγο τον πέπλο τής ομίχλης και να ιδούμε την πρώτη μορφή αντιστάσεως πού είχε παρατηρηθή στην ορεινή Ελλάδα, αντίσταση όμως σπασμωδική και ασυντόνιστη.

Την αταξία και την έλλειψη ασφάλειας θα είχε ασφαλώς την ευκαιρία να διαπιστώση ό Σουλεϊμάν με τα ίδια του τα μάτια ή ν’ ακούση τις σχετικές πληροφορίες 12 χρόνια αργότερα, όταν στα 1537 με πεζούς και ιππείς διασχίζη την Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο, για να φθάση στην Αυλώνα. (Η εκστρατεία εκείνη, όπως είναι γνωστό, κατέληξε στην πολιορκία τής Κερκύρας, ή οποία και απέτυχε). Ίσως τότε παρακινήθηκε να επεκτείνη τον θεσμό των αρματολικιών και στις άλλες ελληνικές χώρες. Οι πληροφορίες πού θα είχε από παντού θα έκαναν τον φημισμένο για τις οργανωτικές του ικανότητες σουλτάνο να προχωρήση στην υλοποίηση των σκέψεών του και ίσως σε μιά αναδιοργάνωση του θεσμού. Μολαταύτα και το μέτρο αυτό δεν στάθηκε ικανό ν’ αναστείλη τις ληστείες. Ο Γερμανός περιηγητής Dernchwam, πού πέρασε 16 χρόνια αργότερα από τις ευρωπαϊκές χώρες τής Τουρκίας, έγραφε ότι οι ληστείες και οι φόνοι είχαν πάρει μεγάλη έκταση, εφόσον άλλωστε σ’ αυτές ή καθημερινή πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ληστεία και βασανισμοί.

Οι κλέφτες και κακοποιοί δρούσαν παντού. Έτσι ό Κορίνθιος Γαβριήλ Καλλωνάς, πού ήταν ιερέας σ’ ένα χωριό έξω από τούς Φιλίππους της Μακεδονίας, έλεγε στα 1583 ότι στα βουνά και στα δάση έξω από την Αθήνα υπήρχαν ληστές, «αλλ’ εις γυμνός άνθρωπος άνευ χιτώνος και χρημάτων ούκ έχει φόβον από χιλίων ληστών». Οι ληστές αυτοί ήταν απόγονοι των χριστιανών Αρβανιτών ή Αρβανιτοβλάχων, πού είχαν εγκατασταθή στην Αττική κατά τα μέλη του 14ου και αρχές του 15ου αι.. Είχαν έντονο το αίσθημα τής ελευθερίας και ζούσαν κατά πατριές (φάρες) βόσκοντας κοπάδια ή ληστεύοντας και σκοτώνοντας τούς διαβάτες στα επικίνδυνα περάσματα ιδίως της Πάρνηθας. Ήταν πιο ρωμαλέοι και πιο ψηλοί από τούς Έλληνες, διέφεραν επίσης από αυτούς ως προς την φορεσιά και μιλούσαν αρβανίτικα.

Στα 1621 αναφέρεται ότι ή σπαρμένη από βουνά Δυτική Ελλάδα ήταν γεμάτη από κλέφτες και έπρεπε να είναι βέβαιος κανείς ότι θα κινδύνευε να πέση στα χέρια τους, αν επιχειρούσε ξεκινώντας από τις ηπειρωτικές ακτές (τις απέναντι από την Κέρκυρα) να φθάση στην Θεσσαλονίκη. Ήταν ή εποχή ύστερ’ από την ανταρσία του Διονυσίου του Σκυλοσόφου στην Ήπειρο στα 1611.

Οι ληστείες με φόνους, εμπρησμούς και ωμότητες στις ελληνικές χώρες πληθύνονται κατά τον 17° αιώνα, ιδίως στις περιοχές του Ολύμπου, Πιερίων και Βερμίου. Αναφέρεται ότι οι κάτοικοι του χωριού Δράνιστα στα 1639 – 1640 είχαν εγκαταλείψει το χωριό τους όχι μόνο εξ αιτίας των υπερβολικών φόρων, αλλά και των απαιτήσεων των ληστών. Ακαταστασία παρατηρείται επίσης και στις περιοχές Γρεβενών, Σαρή Γκιόλ, Καστοριάς, Φλώρινας, Πρέσπας. Πέρ’ από τα σημερινά ελληνικά σύνορα, στις περιοχές Μοναστηρίου, Περλεπέ, Βελεσών, Σκοπίων, δρούσαν κυρίως μουσουλμάνοι και Βούλγαροι κλέφτες (χαϊντούτοι). Γενικά σημειώνονται ληστείες όχι μόνο στις ελληνικές χώρες, κυρίως Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη, αλλά και στις βορειότερες βαλκανικές. Αλλεπάλληλες διαταγές στέλνονται στους καδήδες και στους άλλους υπαλλήλους των σαντζακιών για την λήψη μέτρων εναντίον των κλεφτών. Το φαινόμενο τής ληστείας στις περιοχές αυτές συμπίπτει χρονικά με παρόμοιο (σε μικρότερο όμως βαθμό), πού παρατηρείται και στις άλλες χώρες τής Μεσογείου. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει τέτοια φοβία στους κατοίκους, ώστε αποσύρονται στα βουνά, μόλις βλέπουν ξένους.

Ο περιηγητής Brown έλεγε ότι ό αριθμός των κλεφτών ήταν πάρα πολύ μεγάλος, μολονότι τούς τιμωρούσαν πολύ αυστηρά, όταν τούς έπιαναν. Στα επικίνδυνα μικρά περάσματα οι κοινότητες τοποθετούσαν ανθρώπους με τύμπανα επάνω στα ψηλώματα και αυτοί κρούοντάς τα καθησύχαζαν τούς διαβάτες πού περνούσαν ανήσυχοι μέσα από τα στενά. Εφιαλτικό ήταν το πέρασμα στενών πού εκτείνονταν σε μάκρος. Μιλώντας για το Σαραντάπορο ό Εβλιά Τσελεμπή λέγει χαρακτηριστικά: «Ο ακατάληπτος Θεός νά δώση νά μην ξαναπεράσω από το στενό αυτό γιατί στον καθένα μυρίζει ανθρώπινο αίμα. Άπιστοι πού ονομάζονται «χαϊντούκ» εξολοθρεύουν τούς ανθρώπους. Εδώ κάθε άνδρας χύνει αίμα, σκοτώνει και υποφέρει. Γιατί επάνω και κάτω οι δρόμοι του είναι φοβεροί κι’ επικίνδυνοι και ολότελα δασωμένοι, είναι όλοι τόποι για ενέδρα. Σε κάθε λάκκο του χιλιάδες μάρτυρες είναι θαμμένοι, γιατί άλογο δεν περνά, ένας-ένας είναι ανάγκη νά περάση κανείς πεζός . . .».

Ο φόβος των «απίστων ληστών» είναι διάχυτος και στην Στερεά Ελλάδα.

Οι ληστές δρουν ακόμη και έφιπποι. Η επίδοση τής ληστείας οφείλεται στην εξασθένηση τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην παράλυση τής κρατικής μηχανής, στις καταπιέσεις των τοπικών αρχών, στον πολλαπλασιασμό των ληστοτρόφων ραγιάδων πού εκδηλώνουν επαναστατικές τάσεις, και συχνά, φθάνεται, στην αμέλεια, ανοχή ή και υποστήριξη των κλεφτών από τούς εντόπιους φοβισμένους μουσουλμάνους και χριστιανούς προκρίτους, όπου μας αφήνει νά υπονοήσουμε έγγραφο του 1682. Το επόμενο έτος πληθύνονται τόσο πολύ «οι λησταί, οι αντάρται και οι κακοποιοί» στους καζάδες τής Ρούμελης, ώστε να διοριστή σ’ αυτούς επιθεωρητής με ειδική φροντίδα την επιβολή της τάξης. Αξιοσημείωτος είναι ό διαχωρισμός των επικηρυγμένων σε ληστές, αντάρτες και κακοποιούς. Τον αντίκτυπο τής ακαταστασίας αυτής τον διαπιστώνουμε και μέσα στο ίδιο το Άγιο Όρος. Σε μιά απόφαση τής Μεγάλης Συνάξεως (Νοέμβριος 1692) διαβάζουμε: «… όντας τα ιερά μοναστήρια εν ειρήνη και ευημερία συμβαίνοντας και οι σύγχυσαις των πολέμων εξαίφνης ευρέθη να γεμίση το Όρος θορύβου και ταραχής, ώστε ό αναχωρητικός τούτος λιμένας των ψυχών ήλθε παρ’ ολίγον να γίνη καταφυγή ληστών».

Δεν υπάρχει (ούτε και πρέπει ν’ αναζητηθή) συντονισμός κινήσεων, πού να ενώνουν τα σώματα των ανδρών αυτών το ένα με το άλλο και να τα υψώνουν, επάνω από τις συνηθισμένες πράξεις βίας, σε γενικές επιχειρήσεις για την απολύτρωση των καταπιεζομένων. Είναι ακόμη δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα επαναστατικά στοιχεία πού στρέφονται εναντίον τής κυρίαρχης τάξης των Οθωμανών φεουδαρχών από τα άλλα τα καθαρώς κακοποιά, τα ληστρικά. Τα ιδανικά πού τούς ξεχωρίζουν κυρίως είναι ή συμπάθεια προς τούς κατατρεγμένους συμπατριώτες τους και το έντονο μίσος τους εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών και τυράννων τους, ιδίως των αντιπροσώπων των αρχών, των σπαχήδων, βοϊβοδάδων, σουμπασήδων χωριών κ.λ..

Οι αρματολοί, μολονότι κατόρθωναν κάποτε νά συλλάβουν μερικούς κλέφτες, φαίνεται ότι δεν μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κατάσταση, ίσως και γιατί δεν εκτελούσαν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους. Δεν ξεχνούσαν τούς παλιούς συντρόφους των και συχνά θα συνέπρατταν μαζί τους. Γι’ αυτούς ασφαλώς τούς λόγους είχε επιχειρήσει στα 1637 ό Μουράτ Δ’ νά καταργήση ολότελα το αρματολικό σύστημα. Αφαίρεσε τότε από τούς αρματολούς την εντολή να φυλάγουν τις διόδους και τις στενωπούς και ανέθεσε στους Τούρκους τοπάρχες νά εγκαταστήσουν σ’ αυτές τουρκικές φρουρές, αλλά οι αρματολοί τις χτυπούσαν και τις έδιωχναν από τις περιοχές τους. Η απόπειρα λοιπόν αυτή του Μουράτ Δ’ απέτυχε. Έτσι ό Εβλιά Τσελεμπή μνημονεύει αρματολούς πού εκτελούν στρατιωτική υπηρεσία στην Θεσσαλονίκη και Ελασσόνα. Επίσης αρματολοί φύλαγαν και στα Χανιά και 200 κάθε νύχτα στην Λάρισα.

Νέα απόπειρα – μερική όμως – για αντικατάσταση των Ελλήνων και Αλβανών αρματολών με μουσουλμάνους στα 1699 στις περιφέρειες Ιωαννίνων, Λάρισας, Σερβίων, Γρεβενών, Γενιτσών, Δοϊράνης, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Στρώμνιτσας, Μοναστηρείου, Περλεπέ και Κιουπρουλού φαίνεται ότι δεν είχε καλύτερα αποτελέσματα από την αντίστοιχη του Μουράτ Δ’. Στο σχετικό σουλτανικό διάταγμα αναφέρεται ως αιτία ότι οι αρματολοί των περιοχών αυτών, πού διορίζονται από τούς μουσουλμάνους προκρίτους (αγιάν) των βιλαετίων, δεν αρκούνται στους μισθούς πού εισπράττουν από τούς κατοίκους, αλλά φορολογούν στα δερβένια και στις γέφυρες τούς διαβάτες και εμπόρους, ραγιάδες και μη, και προβαίνουν και σε πολλές άλλες αυθαιρεσίες.

Αργότερα, στα 1704, εξ αιτίας ληστρικών πράξεων Αλβανών αρματολών διατάσσει ό σουλτάνος νά παυθούν όλοι οι Αλβανοί αρματολοί, οπουδήποτε και αν υπάρχουν, και να διοριστούν στην θέση τους – με την εκλογή και εγγύηση των τοπικών αρχών – άλλοι αρματολοί και ένας αρχηγός. Χαρακτηριστικό είναι ότι εξαιρεί το σαντζάκι Τρικάλων, όπου είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθούν αρματολοί. Είναι ή εστία όπου έντονη είναι ή αντίσταση των Ελλήνων, εκεί όπου οι γεωγραφικές συνθήκες ευνοούν την δράση των κλεφτών. Τον ίδιο χρόνο οι «λησταί και κακοποιοί» εμφανίζονται στις όχθες του Δούναβη, από την Αδριανούπολη ως το Βελιγράδι, και από την Θεσσαλονίκη ως την Λάρισα, ανωμαλία πού δεν ήταν δυνατόν νά δημιουργηθή χωρίς την ανοχή, αλλά και την συμμετοχή των αρματολών. Τέλος, ή οργάνωση των αρματολών καταργήθηκε με φιρμάνι του Αχμέτ Γ’ στα 1721, αλλά δεν ξέρουμε, αν ή διαταγή αυτή είχε γενική εφαρμογή.

Οι Τούρκοι εμπιστεύονται στους Έλληνες αρματολούς την τήρηση της ασφάλειας μόνον από ανάγκη. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούν ως αντίβαρο τούς άλλους ομοτέχνους των, τούς Αλβανούς. Από την εποχή μάλιστα πού τα αξιώματα των δερβέν – αγάδων και των δερβέν – μπασήδων των ελληνικών χωρών άρχισαν να δίνωνται σε Αλβανούς, οι Έλληνες κλέφτες αντιμετωπίζουν σκληρούς και πεισματικούς αντιπάλους. Αυτοί τώρα καταπιέζουν φοβερά τούς ελληνικούς πληθυσμούς και αποτελούν αληθινή πληγή του τόπου. Τα δημοτικά τραγούδια συχνά ψάλλουν τις συγκρούσεις των κλέφτικων ελληνικών σωμάτων με τούς Αλβανούς αρματολούς.

Ο αριθμός των αρματολικιών στην Ελλάδα κυμαινόταν κατά καιρούς κα περιστάσεις. Λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 υπήρχαν 17 αρματολίκια, από τα οποία 10 στην Θεσσαλία και στη Λιβαδειά, 4 στην Αιτωλία, Ακαρνανία και Ήπειρο και τα υπόλοιπα στην Μακεδονία νοτίως του Αξιού. Πάντως από το 1537 ως τις παραμονές του 1821 τα αρματολίκια εκτείνονται σχεδόν στους ίδιους τόπους τής ηπειρωτικής Ελλάδας. Επομένως οι εστίες, όπου κατ’ εξοχήν αναπτύχθηκε και χαλυβδώθηκε το μαχητικό πνεύμα των Ελλήνων επί τουρκοκρατίας είναι ή Ήπειρος, ή Αιτωλοακαρνανία, μέρος τής Ανατολικής Στερεάς και οι ορεινές συνοριακές περιοχές τής Θεσσαλίας και Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Οι αρματολοί πληρώνονταν από τούς ελληνικούς πληθυσμούς τής περιοχής πού φύλαγαν. Συνήθως ό τίτλος και το αξίωμα του καπετάνιου, καθώς και το επάγγελμα των αρματολών, περιέρχονταν κληρονομικά στους απογόνους των οικογενειών. Ο καπετάνιος με ένα μέρος των ανδρών του έμενε συνήθως στην πρωτεύουσα του αρματολικιού του. Οι υπόλοιποι με επικεφαλής τα πρωτοπαλλήκαρά του, τούς «κολιτζήδες», ήταν σκορπισμένοι κατά μικρά σώματα σε διάφορα μέρη τής περιοχής.

Τα φορέματα και τα όπλα των αρματολών ήταν τα ίδια με τα αντίστοιχα των Αλβανών: όπλο, γιαταγάνι και εγχειρίδιο.

Αν βέβαια ό θεσμός των αρματολών ανακούφιζε και διευκόλυνε τούς Τούρκους στο κατακτητικό τους έργο, από το άλλο μέρος έδινε θάρρος και παρηγοριά στους απελπισμένους ραγιάδες. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι ήταν ελεύθεροι, γιατί μόνοι τους διαχειρίζονταν τα κοινά, γιατί μόνοι τους εξασφάλιζαν την ησυχία και τάξη στις περιοχές των αρματολικιών, στις πόλεις, στα χωριά και στα χωράφια τους. Οι Τούρκοι, είναι αλήθεια, έμεναν μακριά και συνήθως δεν αναμειγνύονταν στα εσωτερικά τους, αλλά καραδοκούσαν πάντοτε να εκμηδενίσουν τα προνόμια, τις παραχωρήσεις πού είχαν κάνει στους ραγιάδες: «και ή κατάκτηση πού είχε, να πούμε, ανασταλή, γράφει ό Fauriel, έτεινε να ξαναπάρη τον δρόμο της. Με λίγα λόγια, όσο οι Έλληνες είχαν κάτι να χάσουν, οι Τούρκοι είχαν κάτι να κάνουν. Οι πασάδες ανέλαβαν να συμπληρώσουν το μισοτελειωμένο έργο των πρώτων κατακτητών: ό κύριος σκοπός της διοίκησης τους ήταν να απογυμνώσουν σιγά σιγά τους νικημένους από τα υπόλοιπα αγαθά και δικαιώματά τους. Οι αρματολοί ήταν ένα εμπόδιο στην πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου γι’ αυτό ή ιστορία τους, από τότε πού είναι λίγο γνωστή, δεν είναι παρά ή αναπαράσταση μιας μακριάς και γενναίας πάλης με τούς πασάδες».

Η διαλλακτική στάση των Τούρκων απέναντι των κλεφτών και αρματολών ήταν λοιπόν μιά κατάσταση ανάγκης, μιά ακούσια και προσωρινή συνθηκολόγηση μαζί τους, μιά ανακωχή. Γι’ αυτό, όταν τούς δινόταν ευκαιρία, επιχειρούσαν να εκμηδενίσουν την δύναμή τους ή και να τούς εξοντώσουν. Τότε οι αρματολοί, πού δεν μπορούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους κλέφτικα λημέρια, γίνονταν πάλι κλέφτες και ξέσπαζαν σε βάρος των Τούρκων, αλλά κάποτε και των Ελλήνων. Οι συνεχείς επιδρομές και ληστείες τους κατέληγαν στο να εξαναγκάζουν πάλι τις οθωμανικές αρχές να τούς ανεχθούν.

Ύστερ’ απ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς γιατί ή μετάπτωση από την ιδιότητα του αρματολού στην κατάσταση του κλέφτη, καθώς και το αντίθετο, ήταν ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Ήταν λοιπόν φυσικό να παρατηρηθή σύγχυση ως προς την σημασία των λέξεων αρματολός και κλέφτης και τελικά οι δύο αντίθετες αρχικά έννοιες να προσεγγίσουν ή μιά την άλλη με τάση να ταυτιστούν. Γι’ αυτό και τελικά διαμορφώνεται κοινός σχεδόν ιδεολογικός κόσμος, όπως θα ιδούμε αμέσως παρακάτω.

Η ζωή των κλεφτών, ή τακτική τους, τα τραγούδια τους και οι επιδράσεις τους στην πολεμική αγωγή των Ελλήνων.

Οι επιδράσεις του φυσικού περιβάλλοντος και οι ανώμαλες πολιτικές συνθήκες συνετέλεσαν, ώστε στις περιοχές, όπου αναπτύχθηκε ή κλεφτουριά και ό αρματολισμός, να δημιουργηθή μιά τάξη πολεμιστών πού έσωζε και υπέθαλπε την μαχητικότητα του ελληνικού λαού, καθώς και ένα ιδιότυπο κοινωνικό καθεστώς με ιδιαίτερες αντιλήψεις και ιδέες, με πολεμικά ήθη και έθιμα, πού ζυμώθηκαν τόσο με την ζωή των κατοίκων, ώστε χωρίς την γνώση αυτών να είναι αδύνατο σήμερα να κατανοήση κανείς την πραγματικότητα του τόπου. Παρόμοιος κόσμος ιδεών, ηθών και εθίμων και παρόμοια κοινωνική οργάνωση αναπτύχθηκε και σε άλλα μέρη των βαλκανικών χωρών, προς την διερεύνηση των οποίων πρέπει να στραφούν και οι ιστορικοί τους, ώστε να συγκρίνουμε τις πληροφορίες μας και να ολοκληρώσουμε τις σχετικές μας γνώσεις.

Ό,τι γνωρίζουμε για την ζωή των Ελλήνων κλεφτών προέρχεται κυρίως από τις πληροφορίες του Fauriel πού στηρίζεται στην προφορική παράδοση των αρχών του 19ου αι., αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πληροφορίες του εξεικονίζουν τον τρόπο τής ζωής των κλεφτών τής εποχής του. Η δημιουργία των ιδεών και συνηθειών εκείνων ήταν αποτέλεσμα μιας μακραίωνης εξέλιξης τούς πρώτους πυρήνες πρέπει να τούς αναζητήσουμε στις αρχές τής τουρκοκρατίας ή και πολύ παλιότερα ακόμη.

Οι κλέφτες ζούσαν μιά ταραγμένη και επικίνδυνη ζωή. Μολαταύτα μέσα στα ρομαντικά τοπία των κρυψώνων τους, στα λημέρια, χαίρονταν την ελευθερία. «Οι κλέφτες, γράφει ό αγωνιστής του ’21 Κολοκοτρώνης, είμαστε ελεύθεροι, αλλά τι ζωή, τι άνθρωποι! Βασανισμένοι, ασήκωτοι, άγριοι εις τες σπηλιές, τα βουνά, εις τα χιόνια σαν τα θηρία, με τα οποία συζούσαμε». Ή ζωή τους αυτή κοντά στην φύση επάνω στα βουνά με τον μυρωμένο και ζωογόνο αέρα, με την συντροφιά των αγριμιών (όπως διαβάζουμε στα κλέφτικα τραγούδια) και προ πάντων των πουλιών, πού τούς παρακολουθούν από ψηλά με συμπάθεια, πού συμπάσχουν μαζί τους και μεταδίδουν τα νέα τους στις ελληνικές χώρες, είχε γι’ αυτούς ένα ιδιαίτερο θέλγητρο, το θέλγητρο του αγνού περιβάλλοντος. Ή ψυχή τους συνυφαίνεται στενά με την φύση.

Οι κλέφτες, επικηρυγμένοι και καταδιωγμένοι, έβρισκαν άσυλο μόνο στο κατάλληλο φυσικό περιβάλλον, πού θα τούς προφύλαγε: το καλοκαίρι στα ψηλά βουνά και στα δάση με τις σκοτεινές χαράδρες, με το απαραίτητο τρεχούμενο κρύο νερό, με φυσικά ισχυρές θέσεις (αν ήταν δυνατόν), με τούς απόκρημνους βράχους. Αυτά ήταν τα λημέρια τους, όπου περνούσαν συνήθως αμέριμνα την ημέρα τους. Εκεί έτρωγαν αρνιά ψητά στην σούβλα και διασκέδαζαν πίνοντας κρασί και τραγουδώντας τραγούδια, παλιών ή σύγχρονων φημισμένων κλεφτών. Οι σκηνές αυτές θύμιζαν αντίστοιχες των ομηρικών ηρώων. Πάντοτε όμως έπαιρναν προφυλακτικά μέτρα τοποθετώντας σε επίκαιρα γύρω σημεία σκοπούς, τα καραούλια. Την νύχτα ήταν περισσότερο ασφαλείς. Κοσμούνταν στο ύπαιθρο επάνω στα κλαδιά δένδρων, σκεπασμένοι με την δασύμαλλη κάπα τους. Την νύκτα ακόμη και μάλιστα την σκοτεινή και ανταριασμένη έκαναν τις μετακινήσεις και τις καταδρομές τους.

Τον χειμώνα, τον φοβερό χειμώνα επάνω στα ψηλά βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας, όταν το χιόνι έπεφτε πυκνό και εξαφάνιζε τα μονοπάτια και έδιωχνε την ζωή προς τα χαμηλότερα, προς τον κάμπο, ήταν αναγκασμένοι και αυτοί να κατεβαίνουν από τις κορυφές των βουνών, να «λουφάζουν», και να παραχειμάζουν κοντά σε φίλους των σε χωριά πού να τούς ασφαλίζουν από τις επιβουλές των Τούρκων και των χριστιανών συνεργατών τους.

Οι ομάδες των κλεφτών είχαν ρευστό αριθμό ανάλογα με την φήμη του καπετάνιου, με τις πολιτικές συνθήκες του τόπου, όπου δρούσαν, με την στρατιωτική και διοικητική ικανότητα του Τούρκου πασά τής περιοχής κ.λ.. Συνήθως όμως οι άνδρες μιας ομάδας δεν ξεπερνούσαν τούς 50. Όταν πλησίαζαν τούς 100, τότε θεωρούνταν φοβερή ή δύναμή τους.

Οι κλέφτες διακρίνονταν όχι μόνο για το θάρρος, αλλά και για την μεγάλη αντοχή τους στην αϋπνία, στην πείνα και στην δίψα. Στις σκληρές αυτές δοκιμασίες τούς προετοίμαζε ή ίδια ή ζωή. Αλλά και οι ασκήσεις τους στον δίσκο (λιθοβολία), στο πήδημα, στο τρέξιμο, πού θύμιζαν τις αντίστοιχες των αρχαίων Ελλήνων, αύξαιναν σε μεγάλο βαθμό τις φυσικές δυνάμεις και ικανότητές τους. Θαυμαστές ήταν οι ταχύτατες πορείες τους, για να αιφνιδιάσουν ένα απομακρυσμένο εχθρό ή να διαφύγουν την καταδίωξή του. Αναφέρονται ακόμη καταπληκτικά παραδείγματα αθλητικών επιδόσεων, όπως π.χ. του Νίκου Τσάρα, ό οποίος πηδούσε επτά άλογα βαλμένα στην σειρά κατά μέτωπο.

Ιδίως όμως ασκούνταν στην σκοποβολή, να περνούν από μακριά με την σφαίρα ένα δαχτυλίδι ή να σημαδεύουν την νύχτα με ευστοχία επάνω στην λάμψη ενός εχθρικού πυροβολισμού, να δίνουν φωτιά στην φωτιά, όπως έλεγαν. Η τελευταία τους αυτή ικανότητα εξηγείτε, γιατί προτιμούσαν να αιφνιδιάζουν τούς εχθρούς μέσα στο σκοτάδι.

Πιο εκπληκτική ακόμη ήταν ή αντοχή τους στα βασανιστήρια των Τούρκων, όταν συνέβαινε να πέσουν στα χέρια τους. Ζήτημα τιμής ήταν να δαμάσουν τούς φρικτούς πόνους των και να υπομείνουν την δοκιμασία ατάραχοι. Δεν έχουμε παράδειγμα κλέφτη πού λιποψύχησε και απαρνήθηκε την πίστη του, για να σωθή από τα βασανιστήρια και τον θάνατο. Ασφαλώς όμως προοπτική μιας τέτοιας δοκιμασίας τούς έκανε να εύχωνται ό ένας στον άλλο «καλό μολύβι», δηλαδή ακαριαίο θάνατο στο πεδίο τής μάχης. Αν όμως πληγώνονταν βαριά και ήταν αδύνατο να σωθούν, παρακαλούσαν θερμά τούς συντρόφους των – και ή παράκλησή τους ήταν ιερή – να τούς κόψουν οι ίδιοι το κεφάλι και να το πάρουν μαζί τους, για να μη το μπήξουν οι εχθροί ψηλά στην άκρη του κονταριού και το πομπέψουν μέσα από πόλεις και χωριά.

Η τακτική τους ήταν ν’ αποφεύγουν τούς εχθρούς στις πεδιάδες, όπου θα μπορούσε να δράση το ιππικό, και να τούς αιφνιδιάζουν στα ορεινά, όπου ή αριθμητική υπεροχή έχανε την αποτελεσματικότητά της. Την τακτική αυτή την διευκόλυνε, όπως είδαμε, ή φύση και ή διάρθρωση τής Ρούμελης, ιδίως τής Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπου ή ορεινή διαμόρφωση του εδάφους και ή πλούσια βλάστηση παρουσίαζαν θαυμάσια πλεονεκτήματα για την διεξαγωγή του κλεφτοπολέμου. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην Στερεά Ελλάδα ακούεται ακόμη συχνά ή παροιμία: «το καλό το παλληκάρι στο καρτέρι φαίνεται» . Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί και γενικά στην Δυτική Ελλάδα οργανώθηκε κυρίως ή αντίσταση των Ελλήνων εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η τακτική τους ήταν ή τακτική των ατάκτων, των παρτιζάνων, όπως λέγεται σήμερα. Είναι ή τακτική, πού οι ίδιοι οι κλέφτες την οργάνωσαν με κύριο στοιχείο την ενέδρα και οι ίδιοι την ονομάτισαν: κλεφτοπόλεμος. Πολεμούσαν δηλαδή σκορπισμένοι, όρθιοι ή γονατιστοί, πίσω απ’ ό,τι έβρισκαν εμπρός τους, πίσω από ένα τοίχο, ένα δένδρο, ένα βράχο ή και τα πτώματα των εχθρών τους. Τα προκαλύμματα αυτά ονομάζονταν μετερίζια.

Κυκλωμένοι κάποτε και καθηλωμένοι επί ημέρες και νύχτες και ακόμη στερημένοι από νερό, φαγητό και ύπνο έβρισκαν την δύναμη (σε στιγμές πού ό εχθρός τούς νόμιζε εξαντλημένους και έτοιμους να παραδοθούν) να πηδούν από τις θέσεις τους, να κάνουν το λεγόμενο γιουρούσι, την απελπισμένη έφοδο, δηλαδή να ορμούν επάνω τους, ν’ ανοίγουν δρόμο με τα γιαταγάνια τους μέσα από τις γραμμές του και να διαφεύγουν. Αλλιώς, ή αντίσταση μέχρι θανάτου ήταν ή συνηθισμένη τακτική τους, εφόσον μάλιστα γνώριζαν καλά ότι δεν υπήρχε καμιά άλλη ελπίδα σωτηρίας. Μιά τέτοια γιγάντια επιχείρηση ήταν και ή περίφημη έξοδος του Μεσολογγίου (1826). Πάντως, ό βίαιος θάνατος στο πεδίο τής μάχης ήταν προτιμότερος από τον φυσικό πού αποσύνθετε βαθμιαία το σώμα και παραμόρφωνε το πρόσωπο. Γι’ αυτό ξεχώριζαν τούς νεκρούς στα σφαγάρια (θύματα) του πολέμου και στα ψοφίμια του φυσικού θανάτου. Με την λέξη ψοφίμια έδειχναν όλη τους την αποστροφή και την αηδία, θα έλεγε κανείς, για τούς νεκρούς από φυσικό θάνατο.

Εφαρμόζοντας ό κλέφτης την τακτική του αυτή, πώς δηλαδή οι λίγοι να πολεμούν τούς πολλούς, κατόρθωνε να παρενοχλή και να κατατρίβη τις εχθρικές δυνάμεις και τελικά ανάγκαζε τον αντίπαλο να συνθηκολογή μαζί του, δηλαδή να του παραχωρή το αρματολίκι.

Ο κλεφτοπόλεμος είναι ή μόνη στρατιωτική τακτική πού σώζεται κατά παράδοση ως την ελληνική επανάσταση του 1821. Χωρίς την γνώση της είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τούς αδιάκοπους αγώνες του ελληνικού έθνους επί Τουρκοκρατίας εναντίον των σκληρών κατακτητών του, τις διάφορες κατά καιρούς ανταρσίες του πού δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι φάσεις μιας ακατάπαυτης και ακατάβλητης αντίστασης, οι φάσεις ενός ανελέητου και ακήρυκτου πολέμου πού αρχίζει από τα πρώτα κιόλας χρόνια τής σκλαβιάς. Οι πυρήνες των μαχητικών του δυνάμεων είναι οι αρματολοί και οι κλέφτες. Αυτοί ήταν επόμενο να προβάλλουν ως φυσικοί αρχηγοί του έθνους, ν’ αποτελέσουν την «μαγιά της λευτεριάς», όπως παραστατικά λέγει ό αγωνιστής του 21 Γιάννης Μακρυγιάννης να γίνουν οι πρόμαχοι τής ελευθερίας. Αυτοί δεν άφηναν καμιά ευκαιρία πού να μην την εκμεταλλευθούν, για ν’ αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό. Ήταν έτοιμοι πάντοτε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα χριστιανικά εκείνα κράτη που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία. Αυτοί αποκαθαίρουν τον ρύπο του ραγιαδισμού και συντελούν στην ηθική αναγέννηση του ελληνικού έθνους με την στάση τους εμπνέουν γενναία αισθήματα και δείχνουν σε όλους τον δρόμο τής τιμής και του καθήκοντος. Αποτελούν ζωντανά παραδείγματα και προκαλούν την μίμηση. Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο των ιδεών ανατρέφονται τα παιδιά των ορεινών περιοχών και γενικότερα τής Ελλάδας. Ένα μάλιστα από τα αγαπημένα τους παιγνίδια απομιμείται την τακτική και τούς αγώνες των κλεφτών εναντίον των Τούρκων.

Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο, αν οι ανυπότακτοι εκείνοι άνδρες έλαμψαν μέσα στην θερμή φαντασία του τυραννισμένου ελληνικού λαού και έγιναν ινδάλματα, αν ό λαός δημιούργησε τον μύθο του παλληκαριού, αν δηλαδή έπλασε την μορφή του ιδανικού νέου της εποχής: την μορφή πού ενσαρκώνει τα αισθήματα τής αντρίκειας περηφάνειας, τής δικαιοσύνης, της συμπάθειας προς τούς αδυνάτους, και της αδίστακτης αντίστασης εναντίον των τυράννων, των κατακτητών, την μορφή πού κρύβει ακόμη ως σήμερα πολύ φως από το παρελθόν. Και ό θαυμασμός του ελληνικού έγινε τραγούδι ηρωικό, τραγούδι πού αγαπήθηκε και διαδόθηκε πλατιά σε όλα τα στρώματα. Τα τραγούδια τους, τα ξακουστά κλέφτικα τραγούδια, με τον αρρενωπό τόνο τους, ικανοποιούσαν κάπως την τραυματισμένη καρδιά του σκλάβου, σκόρπιζαν τον ενθουσιασμό και έκαναν αβάσταχτη την σκλαβιά, με λίγα λόγια, μόρφωναν ελεύθερους ανθρώπους. Η ανάγκη γενικά τής ενεργητικής αντίστασης είχε ριζωθή κατά τον 16ο κιόλας αιώνα στις ψυχές πολλών Ελλήνων του εξωτερικού, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν με τα οικονομικά επιτεύγματα των Ελλήνων: «Τα έργα των ελευθέρων ανδρών, γράφει ένας απ’ αυτούς, είναι να μαλάσσουν σκουτάρια και κοντάρια, όχι πετσιά και μαλλία, διατί με κείνα φυλάσσει τινάς την ελευθερίαν και την ειδικήν του και τής πατρίδος του και με εκείνη δείχνει την φειδωλίαν του».

Έτσι, ύστερ’ από τον κύκλο των ακριτικών τραγουδιών τής Μ. Ασίας, έχουμε τώρα στην ηπειρωτική Ελλάδα ένα νέο κύκλο ηρωικών τραγουδιών, των κλέφτικων. Μερικά μάλιστα από τα ακριτικά, πού είχαν περάσει και τραγουδηθή και στην ηπειρωτική Ελλάδα, συμφύρονται με τα νεώτερα και δημιουργούνται νέες μορφές δημοτικών τραγουδιών.

Ή ύπαρξη λοιπόν και ή ανάπτυξη του μαχητικού πνεύματος των Ελλήνων, την οποία διαπιστώνει κανείς κατά την διάρκεια τής Τουρκοκρατίας, οφείλεται κυρίως στην εσωτερική ανέλιξη των δυνάμεων του ελληνικού λαού, ό οποίος είχε ν’ αντιμετωπίση έναν σκληρό κατακτητή. Αναμφίβολο βέβαια είναι ότι στην μάχιμη αυτή ανατροφή των Ελλήνων συνέβαλε και ή επίδραση των Φράγκων και των Αλβανών, αλλά όχι μόνον αυτή, όπως υποστηρίχθηκε.

Έτσι ανασυντάσσεται, οργανώνεται και διαμορφώνεται ό νεοελληνικός κόσμος κατά τούς δύο πρώτους αιώνες μετά την Άλωση. Συσπειρωμένοι οι σκλάβοι γύρω από την Εκκλησία, πλαισιωμένοι από την κοινότητα, από την κοινότητα μαζί και το αρματολίκι σε ορισμένες ελληνικές χώρες, οργανωμένοι σε συντεχνίες και αδελφότητες, προσκολλημένοι στις συνήθειες, ήθη και έθιμά τους, αφοσιωμένοι στις γεωργικές τους και τις άλλες εργασίες κ.λ., ζουν σύμφωνα με τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής, τον οποίο αλλοιώνουν βαθμιαία και κάποτε μεταμορφώνουν οι νέες συνθήκες πού δημιουργούνται με το πέρασμα των αιώνων. Επομένως, για να συμπληρώση κανείς την εικόνα των ραγιάδων Ελλήνων, πρέπει να παραθέση τις σωζόμενες ζωηρές περιγραφές πού μας δίνουν διάφοροι συγγραφείς (ορθόδοξοι θεολόγοι, όπως ό Παχώμιος Ρουσάνος, ξένοι ταξιδιώτες, όπως ό διαμαρτυρόμενος Gerlach κ.ά.), για τα ποικίλα κατά τόπους ήθη και έθιμά τους, τα σχετικά με την βάφτιση, με τον γάμο κ.λ., για τις ωραίες φορεσιές των γυναικών τής Μακεδονίας, για την γραφική πολυχρωμία των αντίστοιχων του Αιγαίου Πελάγους (Σάμου, Ικαρίας κ.λ.) και άλλων μερών, για τα γραφικά και θορυβώδη θρησκευτικά πανηγύρια, για τις αγροτικές γιορτές, για τις διασκεδάσεις και το πάθος για τούς χορούς, για τα μουσικά όργανα, για τούς λοιμούς (πανούκλα), για τις κηδείες, για το νόμισμα που βάζουν στο χέρι του νεκρού για τα μοιρολόγια και τις μοιρολογίστρες, για τα μαλλιοτραβήγματα και τα χτυπήματα στο πρόσωπο, για τις ελεημοσύνες που μοιράζονται κατά τις κηδείες για το βρυκολάκιασμα των νεκρών, για την συνήθεια των χριστιανών να πυροβολούν το Πάσχα, για το πλήθος των ζητιάνων εμπρός στις πόρτες των εκκλησιών, για τούς κουρελιάρηδες τυφλούς στην Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη, Τούρκους, Έλληνες και μαύρους, για το κόψιμο των μαλλιών τους, κ.λ.. Τέλος θα μπορούσε να μιλήση κανείς για ένα σωρό άλλες συνήθειες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες, πολλές από τις οποίες, καθώς προέρχονται από την αρχαιότητα και επιζούν ακόμη στα χρόνια μας, ανασταίνουν στην φαντασία μας ζωηρό, πολύχρωμο, συνεχή και ενιαίο τον ελληνικό κόσμο. Παρεκβάσεις όμως του είδους αυτού θ’ ανέτρεπαν την μεθοδική διάρθρωση των ιστορικών μερών του βιβλίου και θα διέλυαν την ιστορική σύνθεση.

(Πηγή: Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. Β’, 1976)